23/9/10

Βουλιμία

Μες την ταβέρνα, τόσα πρόσωπα σκυμμένα
το πιο σκυμμένο το δικό μου
πως με παράτησε δεν ξέρει ούτε η ίδια
η μόνη θεραπεία τα μύδια.
πως να σωπάσω;
φέρτε να φάω να την ξεράσω.

Ο ταβερνιάρης απόφοιτος ΙΕΚ
και οι πελάτες σαν να τους σκότωσες τη μάνα.
και τον πατέρα
ακούν θλιμμένοι τα βινύλια των pantera
η μόνη θεραπεία τα στρείδια
πως να περάσω;
φέρτε φαί για να ξεράσω.

Θέλω να φύγω με το άντερο στο χέρι
Θέλω να φύγω και να ακούω Παϊτέρη
η προδοσία της σαν μάγουλο στον ήλιο.
είναι επικίνδυνο να κάθεσαι στον ήλιο
ειδικά αν είσαι άσπρος σαν τον Τάσο.
θέλω να φάω και να ξεράσω.

Οι κακές γυναίκες είναι
σαν ποικιλία πικάντικων.
αργούν πολύ
και σου βγαίνει και σε κακό.
Για αυτό αν θέλεις να αγιάσεις
μην πιείς για να ξεχάσεις,
φάε για να ξεράσεις.

25/7/10

Απόστολος Παύλος

Πάλι κάτι έχασες
και στους Δελφούς ψάχνεις απάντηση
και σύννεφα καπνού και σε στοές σωμάτων
στις στήλες των αλάτων
άνθρωπε της φυλακής

Κάτι πάλι βρήκες
και πας με μιας να το ζυγίσεις
σε ξένες αγορές να βρείς να το πουλήσεις
τρελέ να θησαυρίσεις
άνθρωπε της ενοχής

Και γω βρήκα σε ξόβεργα
όσο κι αν ήμουν αλαζόνας
κήρυκες τρελοί με γέλασαν στην Πνύκα
και μου μπολιάσαν πίκρα
τρέχα σε κατακόμβες.

Και τώρα αυτοί οι κήρυκες
ψεύτες αλήτες ύαινες
πουλάνε το κεφάλι μου σε ξένες αγορές

Μα στους Δελφούς το είδανε
και μου το αποκρύψανε
πιο φανερό απ τον Σείριο ήταν το μυστικό.

19/7/10

Νικημένες Λεγεώνες

Αδέρφια και ανύπαρκτοι
σκαλίστε ένα κήπο
και βάλτε μπόλια τις στιγμές αυτές που ζούμε τώρα
και βάλτε ένα υπόστεγο για κρύο και για μπόρα

Μυρμήγκια και αυθύπαρκτοι
σκάφτε μια λακούβα
και βάλτε μέσα τις στιγμές, να 'χουμε και του χρόνου
και βάλτε μέσα γιατρικά της σκέψης και του πόνου

Το λάθος σου Αρμίνιε, ήτανε ο θρίαμβος
και όταν μάχη ξαναρθεί θα βγεις να πολεμήσεις;
τα κράνη και τα λάφυρα, παλιάς ζωής παιχνίδια
που τα κοιτάς, και όταν κοιτάς, ζαλίζεσαι και πέφτεις.

Κανάτες και αποτσίγαρα
μην τα κοιτάτε μάγκες
γιατί είναι αλήθεια και σωστό ότι θα γίνουν σκόνη
γιατί δεν έχει φάρμακο ο χρόνος που τελειώνει

Στιγμές που φεύγουν άτιμες
και η κορυφή κουνιέται
γιατί η ζωή σαν έπαρχος, με δόξα και στρατώνες
μας ετοιμάζει μάγκες μου καινούργιες λεγεώνες

Γιατί δεν έχει φάρμακο ο χρόνος που τελειώνει.

15/5/10

Πέρασμα σε καμένο βουνό

Μικρό το πέρασμα και αυτό, και κάνει τα δικά του
με πήρε και με σήκωσε, με πέταξε στην άμμο
φαρδιά τα φώτα που πετά, ριχτά τα ψυχικά του
τώρα πως έφτασε ως εδώ, τι θέλει ν'αποδείξει;
προσφέρει λες σαν βάλσαμο τους κόκκους στα μαλλιά του.

Περνά σαν νύχτα με κοιτά, εμένα κοροϊδεύει
σηκώνει το σεντόνι μου, την γύμνια μου χλευάζει
που άλλωτε σαν ξωτικό, σε άγνοια χορεύει
τώρα τι στέκεται γυμνό, μου δείχνει τη σιωπή του;
και ρόζους και άλλες αμυχές, σαν το παιδί πειράζει;

Δυνάμωσε, χαμήλωσε, δεν λέει να μ'αφήσει
σαν τον ληστή περιφρονεί, μισεί το περιβάλλον
σαν τον κακό τον άνθρωπο, γυρεύει να μισήσει
λες να χαθεί στο σκέπασμα, να φύγει απ την πόρτα;
να ψαχνε για να βρει βρισιές, ή βρίζει τώρα άλλον;

Κλώτσα τα μαύρα πόδια του ρε πιόνι του μυαλού σου!
σε ένα καμένο πλέον βουνό θα μείνει μαύρη ράχη
κάνε αναγραμματισμούς και κράτα τους δικού σου
τώρα τι ψάχνεις και κοιτάς, στις τέσερεις γωνίες;
άνοιξε την κατάψυξη και πάγωσε τον νου σου.

Κι αν τύχει και έρθει η λύτρωση, και θα φανεί στο λέω
κράτα τον χαρακτήρα σου, να τ'αποταμιέψεις
να ξέρεις ρε μουγκό βουνό, δεν θα με δεις να κλαίω
σε ενδορφίνες μαγικές, δεν θέλω να βουτήξω
και αν γίνεις και ενοχλητικό, να ξέρεις θα στο λέω...

Βουλιάζω στα σκεπάσματα, να κλείσουνε τα μάτια
κι αν είσαι εσύ ο πιο νταής, έχω και γω ταξίδια
στου στρώματος  την ύφεση, ανοίγω μονοπάτια
τώρα τι έμεινε στην γη, και συ για που είσαι τώρα;
για δυό στιγμές σε σώζουνε, τα αποσταγμένα ξύδια.

17/4/10

Nach meinem Kampf, zweiten Teil

 Διασχίζοντας την Σταδίου έφτασα μπροστά από το κτίριο της παλαιάς βουλής. Μερικά περιστέρια πέταξαν τρομαγμένα καθώς πέρασα μέσα από το πηγαδάκι που είχαν φτιάξει. Κάθισα στο ένα από τα δύο περιποιημένα παγκάκια,και άφησα τον χλιαρό αέρα του κυριακάτικου πρωινού να μπει μέσα στο στραβοκουμπωμένο πουκάμισο.
- Πολύ λογοτεχνικά τα λες, λογοτέχνης είσαι;
Σχολίασε ο ημίτρελος τυπάκος που συχνάζει στον προαύλιο χώρο του κτιρίου. Σχεδόν κάθε κεντρική περιοχή κάθε ελληνικού άστεως έχει και τον μοναδικό τρελό του, ο οποίος κρατάει την κυριαρχία του στον χώρο με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Αυτός λοιπόν είχε γλιστρίσει αθόρυβα δίπλα και διάβαζε αυτά που έγραφα.
Φυσικά δεν του απάντησα, του έριξα ένα άδειο βλέμμα και σηκώθηκα ζωηρά για να συνεχίσω τον δρόμο μου για την πλατεία συντάγματος.
Μόνο στα πολυσύχναστα μέρη μπορώ να είμαι ασφαλής.
Εκεί μπορώ να καταγράφω ήσυχος τα συναισθήματα που μου έκλεψαν οι συνωμότες.


  Ο Αδόλφος σηκώθηκε με δυσκολία και πέταξε το χιτώνιο του στην μια από τις τέσσερεις γωνίες του κτιρίου. Βρισκόταν διωκόμενος, λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Βερολίνου, μαζί με τον υπουργό προπαγάνδας του ραιχ και νυν καγκελάριο, αν και ήταν σίγουρος ότι οι σύμμαχοι είχαν ήδη αναλάβει την διοίκηση της Γερμανίας. Ο έτερος καππαδόκης ήταν ο Μπενίτο, ο άχρηστος Ιταλός δικτάτορας, που κατάφερε να χάσει τόσες μάχες με πλήρη υπεροπλία, κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ ανικανότητας. Όλα αυτά όμως είχαν λίγη σημασία. Αυτό που προείχε ήταν να αποτινάξουν τις υποψίες και να καταφύγουν κάπου που δεν τους ξέρουν, κάπου που θα μπορούσαν ίσως να ζήσουν μακριά από το παρελθόν και τον φόβο της ανακάλυψης. Ο καγκελάριος όμως φαίνεται να έχει κάποιο σχέδιο, όλες του οι απαντήσεις ήταν μελετημένες, οι πράξεις του ψύχραιμες και οικονομικές, το βλέμμα σίγουρο. Έβγαλε ένα μαύρο μπιτόνι από το πίσω μέρος του φορτηγού και γέμισε το ντεπόζιτο. Έπρεπε να ξεκουραστούν και να περιμένουν να πέσει για τα καλά ο ήλιος, ο Καγκελάριος επέμενε ότι θα πρέπει να ταξιδεύουν στην αφάνεια και ότι έπρεπε να τηρήσουν ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα που είχε φτιαχτεί από τον ίδιο.
-Γιατί δεν ενημερώθηκα για αυτή τη συμφωνία με τη Μόσχα όταν υπογράφηκε το σύμφωνο;
 Ρώτησε ο Αδόλφος ενώ έβγαζε ένα πάκο με τα χαρτιά ανεφοδιασμού του καμιονίου και τα ακουμπούσε στα πόδια του.
- Η συμφωνία δεν αφορούσε καν τις μυστικές υπηρεσίες, ήταν μεταξύ εμού και του Στάλιν, είπε ο καγκελάριος.
Ο Αδόλφος έβγαλε ένα μικρό κομμάτι γραφίτη από το τσεπάκι του στρατιωτικού υποκαμίσου. Γύρισε το fuel papier από την κενή του μεριά και άρχισε να σχεδιάζει αυτό που έβλεπε μπροστά του. Ήταν ένα παλιό αγροτικό σπίτι, περιποιημένο και μεγάλο ωστόσο, στα 200 μέτρα.



- Και γιατί αυτή η συμφωνία χρειάζεται εμένα και τον Μπενίτο;
Ο καγκελάριος συνέχισε την δουλειά του χωρίς να απαντήσει. Μετά από μισό λεπτό είπε
- Αυτό θα το μάθετε όταν φτάσουμε στο κάστρο Ρέχτερεν, λίγο έξω απ το Ζβέλε.
- Είσαι τρελός ρε μαλάκα δε παίζει! Το Ζβέλε είναι εκατό χιλιόμετρα από δω και είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ολλανδίας, μέχρι να φτάσουμε εκεί θα μας έχει πιάσει η συμμαχική αστυνομία! Έχεις χαζέψει μαλάκα, παίρνω τα ηνία πριν σκοτωθούμε!
Ο Αδόλφος έβαλε μπρος το φορτηγό και έφυγε αφήνοντας με μια γκαζιά τον έξαλλο καγκελάριο πίσω. Ανέπτυξε ταχύτητα με τον Μπενίτο να τον κοιτάει έξαλλος φωνάζοντας in possesso di un fucile!
Το φορτηγό αργούσε βασανιστικά να πιάσει επιτάχυνση, ενώ ο τρελός από δίπλα συνέχιζε να φωνάζει  αυτό που μάλλον σήμαινε "κρατάει ένα" ... τι είναι το fucile;
Τρεις ριπές πέσανε στο πίσω μέρος και μια διέλυσε τον καθρέπτη. Γυρνώντας πίσω είδε τον καγκελάριο να κρατάει ένα sten και να τους σημαδεύει. Κατέβασε το όπλο και καλύφθηκε πίσω από έναν τηλέγραφο. "Γιατί καλύφθηκε; Δεν έβγαλα κανένα όπλο."
Πριν προλάβει να γκαζώσει τέρμα και να φύγει, ένιωσε ριπές στο τζάμι και το χώμα. Κοκάλωσε το όχημα και έβγαλε το ατομικό του πιστόλι που κρατούσε αποκλειστικά για το δικό του κεφάλι. Μάλλον όμως έπρεπε έπρεπε να χαρίσει λίγες ακόμα σφαίρες πριν πάρει την τελευταία για δικιά του. Διέκρινε 4-5 άντρες με κοστούμια και αμερικάνικα καπέλα να τον κοιτάνε και σημαδεύοντας να έρχονται προς το όχημα.
Αυτό ήταν, ήρθε η ώρα επιτέλους να πέσει! Τέλος οι άκαρπες προσπάθειες με το δειλό κυάνιο!
Ο Αδόλφος ορθώθηκε αυτοκτονικά, φαρδύς πλατύς και άρχισε να κερνάει το περιεχόμενο του πιστολιού του. Οι άντρες ξαφνιασμένοι έπεσαν κάτω, πρόλαβε να δει τον έναν να την τρώει στο στέρνο και το άλλον να σκοντάφτει από την υπερπροσπάθεια. Αυτό εκτυλίχθηκε μέσα σε δέκατα, όταν κάποιος τον έσπρωξε και τον πέταξε με δύναμη στο πίσω μέρος, έβαλε μπροστά ξανά το όχημα και έφυγε ακολουθούμενος από ομοβροντία πυρών. Ήταν φυσικά ο καγκελάριος που ξαναπήρε τον έλεγχο του οχήματος. Μέχρι τώρα, η τύχη το ευνοούσε σκανδαλιστικά.
Όταν απομακρύνθηκαν, ο Αδόλφος με το τρεμάμενο χέρι έβγαλε και είδε ότι καθ όλη τη διάρκεια του σκηνικού, κρατούσε το χαρτί με το ζωγραφισμένο σπίτι. Είχε προλάβει να ζωγραφίσει ακόμα και τον ανεμόμυλο, στο υπόβαθρο. Γέλασε με το γεγονός και διέκρινε το ήδη σκοτεινό ουρανό από ένα σκισμένο σημείο του πανιού που κάλυπτε το πίσω μέρος του καμιονιού. Έκλεισε τα μάτια. Σκέφτηκε κάτι.

Το πρωί τον βρήκε στο ίδιο σημείο, πιασμένο και πεινασμένο. Ο καγκελάριος τον έπιασε και τον σήκωσε βίαια.  "Φτάσαμε"
Μπροστά τους ήταν το κάστρο του Ρεχτερεν, μια οικογένεια που έχει τις αριστοκρατικές της καταβολές από την φεουδαρχία.


Έκρυψαν το φορτηγό μέσα σε κάτι δέντρα και διέσχισαν γρήγορα το ψηλό ανοιξιάτικο γρασίδι, o καγκελάριος βιαστικός, σκόνταφτε πάνω στα εμπόδια που ήταν κρυμμένα από την πυκνή απεριποίητη βλάστηση. Το ποιός τους περίμενε εκεί μέσα το ήξερε μόνο αυτός. Το ήξερε;
Η αρχιτεκτονική του δεν ήταν αυστηρά φεουδαρχική, χώρια του ότι το εξωτερικό μαρτυρούσε ότι είχαν γίνει μοντέρνες προσθήκες χάριν λειτουργικότητας. Οι τρεις καταταλαιπωρημένοι άντρες έφτασαν μπροστά στην ξύλινη είσοδο. Ο Μπενίτο κοιτούσε μπερδεμένος, ενώ ο καγκελάριος έβαλε το σάκο κάτω, γονάτισε και άρχισε να ψάχνει. Ο Αδόλφος δεν είχε την διάθεσει ούτε να ζητήσει εξηγήσεις πλέον. Η αλήθεια ήταν μερικά δευτερόλεπτα μακριά. Ή κάποιος όντως θα βρισκόταν μέσα στο κάστρο για να τους βοηθήσει, ή οι συμμαχικές δυνάμεις θα έφταναν στο ολλανδικό χωριό για να τους συλλάβουν.
Ο Καγκελάριος έβγαλε έναν χάρτινο φάκελο, τον άνοιξε και διάβασε το περιεχόμενο του. Όχι δεν το διάβαζε, το ήλεγχε πιο πολύ, πηδούσε σελίδες με βιάση για να δει αν όλα ήταν στην θέση τους. Μόλις φάνηκε να επιβεβαιώνεται, έκλεισε τον φάκελο και τον πέταξε με δύναμη μέσα στο κάστρο από την σχισμή της πόρτας. Και σηκώθηκε.
Και περίμεναν.
Για περίπου ένα τέταρτο. Κοιτούσαν αριστερά και δεξιά, ο Μπενίτο έβαλε το αυτί για να αφουγκραστεί το εσωτερικό.
Και η πόρτα άνοιξε.
Αργά, και με μηχανικό τρόπο, ακολουθούμενο από έναν επίσης μηχανικό θόρυβο, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και αποκάλυψε τον προθάλαμο του κάστρου. Ένας παραδοσιακός χώρος με οικόσημα, και δύο ελικοειδής σκάλες. Αριστερά στον τοίχο υπήρχε μια επιγραφή με γοτθικά γράμματα "Haus der inkonsequenten"
Πολύ περίεργο, θα μπορούσε απλά να λέει ότι είναι ο οίκος των Ρέχτερεν, είπε ο Αδόλφος στον καγκελάριο.

"Δεν υπάρχει οικογένεια Ρέχτερεν"

Τέσσερις άντρες βγήκαν από ένα πορτάκι που ήταν κάτω από την επιγραφή. Αυτός που μίλησε φορούσε νυχτικά ρούχα και κρατούσε κάτι μαύρο σαν πλακέτα. Είχε μακριά απεριποίητα μαλλιά και ήταν παχουλός και πανύψηλος. Οι δύο που ακολουθούσαν ήταν παρομοίως ψηλοί και φορούσαν αλλόκοτες στρατιωτικές στολές. Ο ένας άπλωσε στον τοίχο έναν μεγάλο χάρτη που απεικόνιζε Αφρική και Ευρώπη και ο άλλος με απίστευτη ευκολία άρπαξε με μια αγκαλιά του τρεις άντρες, τους απομάκρυνε από την είσοδο και μπήκε ανάμεσα σε αυτήν και αυτούς, σαν να προλάμβανε κάποια ενδεχόμενη φυγή τους.

"Αυτό το κάστρο δεν άνηκε ποτέ σε κανέναν φεουδάρχη. Για την ακρίβεια δεν υπήρξαν ποτέ φεουδάρχες με την συμβατική έννοια. Αυτή η περιοχή βρίσκεται στην κυριότητα μας εδώ και 300.000 χρόνια. Ο Ρέχτερεν ήταν πολέμαρχος που έχει πεθάνει εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Ο Ρέχτερεν ήταν μια προικισμένη μηχανή πολέμου που πέτυχε κάτι μεγάλο.

Όπως κι εσείς."

Ο άντρας έβγαλε ένα χοντρό μολύβι και κύκλωσε μια μεγάλη έκταση στην κεντρική Αφρική.
ο Αδόλφος έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και συνέχισε να παρακολουθεί καθηλωμένος.


Τέλος 2ου μέρους.



28/2/10

Nach meinem Kampf

Το κομμάτι εκείνο από χαρτί, έγραφε πάνω "29 Απριλίου 1945". Και το τρέμουλο από το χέρι του είχε σχεδόν φύγει. Πως θα ήθελε εκείνο το αποκαλυπτικό βράδυ να το περάσει στο νεκροκρέβατο του Φρειδερίκου! Σίγουρα θα είχε τόσα πολλά να του πει, και σίγουρα η απάντηση θα ήταν η απόλυτη σιωπή.
Απέτυχες!
Ακούμπησε σχεδόν άβουλα το διπλωμένο χαρτί στο μικρό τραπέζι του ισογείου της καγκελαρίας. Κοίταξε λίγο έξω από το παράθυρο το πυκνό σκοτάδι, οι ριπές είχαν σταματήσει, τελείως ειρωνικά.
Κάποτε ο Καρλομάγνος είχε πει ότι ο καλός καπετάνιος φαίνεται στην τρικυμία, ο καλός πολέμαρχος στην ανακωχή.
Έβγαλε από την βαθιά τσέπη το γυάλινο φιαλίδιο. Το έβαλε ανάμεσα στα δόντια και το χτύπησε δοκιμαστικά με την αδαμαντίνη του, σαν να προβάρει τον θάνατό του, αν και όπως όλοι οι θνητοί όπως πίστευαν οι παλιοί Γερμανοί φιλόσοφοι, τον έχουν αναπαράγει στο μυαλό τους σαν τον "μεγάλο μαύρο γάμο".
Καθώς γύρισε να δεί που βρισκόταν η γυναίκα του εκείνη τη στιγμή ακούει ένα φρενάρισμα και η πίσω πόρτα ανοίγει διάπλατα. Καλύπτει το πρόσωπό του καθώς μέσα μπαίνει πυκνή στάχτη από καμένο χαρτί και μπαρούτι.
-Μπες στο καμιόνι! ΤΩΡΑ!
-Καγκελάριε! Θα έπρεπε να είστε στο μέτωπο της Ποτζντάμερ πλάτζ!
-Αδόλφε! Ο σύνδεσμός μας στην Μόσχα, το σχέδιο Κίρκη...μπες μέσα στο καμιόνι!
Ο Καγκελάριος μαζί με τον παράξενο χοντροκομμένο άντρα έπιασαν βίαια τον Αδόλφο και τον ακινητοποίησαν. Ο καγκελάριος του έκανε μια ένεση στον λαιμό και τον πέταξε πρόχειρα στο πίσω μέρος του στρατιωτικού φορτηγού. Ο χοντροκομμένος άντρας έριξε πίσω το υφασμάτινο κάλυμμα με το έμβλημα του κόκκινου στρατού. Το καμιόνι ξεκίνησε με οδηγό τον ίδιο τον καγκελάριο, αφήνοντας διαδοχικούς κρότους από την εξάτμιση. Το διπλωμένο κομμάτι χαρτί απέμεινε μόνο, να κοιτά την βερολινέζικη νύχτα.
--
Το πρωί βρήκε όλον τον κόσμο αλλαγμένο. Λίγες ώρες έμεναν μέχρι και να διαπραγματευτεί ο πάνοπλος κόκκινος στρατός την παράδοση του κοινοβουλίου. Τα μέσα σε όλον τον συμμαχικό κόσμο οργίαζαν, η κοινή γνώμη είχε καταληφθεί από μια θριαμβεύτρια υστερία, τα αυτιά στα μέτωπα ξεβούλωσαν, μια ολόκληρη γενιά είχε σημαδευτεί, χρόνια, είχαν χαθεί.




Οι σύμμαχοι στην είσοδο βρήκαν ένα βερολινέζικο πλήθος εξαθλιωμένο. Με το ζόρι ξεχώριζες τους δρόμους σε αυτό το εκτενές ερείπιο. Πρώτα παραδόθηκε η Βολκστουρμ και τελευταία η χιτλερική νεολαία. Και για πολλές μέρες το σκηνικό που εναλλασσόταν ήταν οι λιμασμένοι κάτοικοι και οι περιχαρείς Ρώσοι που είχαν μετρέψει τον θρίαμβο σε μεθοκόπι. Οι επικεφαλής των δυνάμεων βρήκαν στην καγκελαρία την διαθήκη του "νεκρού" φύρερ, τα πτώματα των μελών του επιτελείου και του κόμματος που διέπραξαν αυτοκτονία με υδροκυάνιο. Μεταξύ αυτών, την επταμελή οικογένεια του νεοδιόριστου καγκελάριου και πρώην υπουργού προπαγάνδας.
Οι σκληροπυρηνικοί ήταν νεκροί, και οι υπόλοιποι ήταν στα δεσμά των Σοβιετικών.
Κανείς δεν γλίτωσε από την συντριπτική τελική νίκη των συμμάχων.
Όλοι νεκροί. Όλοι δυνητικά νεκροί.
Και τα τυπογραφεία τρίζανε μέρα νύχτα, και τα ραδιόφωνα είχαν ανάψει.
Και η Ευρώπη ενηλικιωνόταν. 
--
 Το καμιόνι σταμάτησε έξω από μια μισοκατεστραμένη αγροικία στο Μύνστερ, 300 χιλιόμετρα δυτικά του Βερολίνου. Οι δύο άντρες που κάθονταν μπροστά έβγαλαν τον ναρκωμένο άντρα βιαστικά και τον μετέφεραν μέσα στην αγροικία. Ήταν μεσημέρι και είχε απίστευτη ζέστη για το Μύνστερ. Ο Καγκελάριος έβγαλε μια τυλιγμένη κουβέρτα από το φορτηγό και την άφησε στο ξύλινο πάτωμα. Ύστερα σωριάστηκε κάτω κατάκοπος. Με οικονομία δυνάμεων έριξε νερό στο πρόσωπό του και προσέφερε το υπόλοιπο στον χοντροκομμένο άσχημο άντρα. 
-Πρόσεχε τον, εμένα θα με πάρει ο ύπνος. Αν ξυπνήσει συγκράτησέ τον, δεν πρέπει να έχουμε καμία επαφή με κόσμο πριν περάσουμε τον Ρήνο!
Μετά από τόσες ώρες όμως ο Αδόλφος είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του. Καθηλωμένος από την κούραση και παριστάνοντας τον ψόφιο κοριό, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Είχε αφήσει πίσω μια διαθήκη η οποία προλόγιζε την υποτιθέμενη αυτοκτονία του, ανέθετε στον πρώην υπουργό του την καγκελαρία, αυτός ο ψυχάκιας που αυτήν την δεδομένη στιγμή ήταν ο απαγωγέας του! Είχε αφήσει πίσω το ένδοξο τέλος του Εθνικοσοσιαλισμού και έναν ένδοξο ρωμαϊκό θάνατο. Είχε αφήσει πίσω την γυναίκα του. Σίγουρα μέσα στις επόμενες ώρες θα ήταν αιχμάλωτος του νέου κυρίαρχου. Έπρεπε να βρεί τρόπο να πεθάνει! Άμεσα!
Έδωσε μια απότομη και δυνατή κλωτσιά, ακριβώς στο μάγουλο του χοντροκομμένου υπηρέτη του καγκελάριου. Αυτός φώναξε μια βρισιά, σίγουρα όχι στα γερμανικά, και έπεσε να ξυπνήσει το αφεντικό του. Ο Αδόλφος του έδωσε μια δεύτερη απωθητική κλωτσιά στα πλευρά. Βγήκε από την αγροικία και έπεσε κάτω ψάχνωντας μανιωδώς το φιαλίδιό του. Τελικά, το βρήκε εκεί που το είχε αφήσει την τελευταία νύχτα στο Βερολίνο. Το κράτησε για λίγο στο χέρι προκαλώντας μια ψυχολογική τρικυμία μέσα του. Έπρεπε να πεθάνει, δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο σενάριο!
Αufwachen Arschloch!
Ο Καγκελάριος κατέβασε την βαριά αρβύλα του στο κεφάλι του Αδόλφου.
Το φιαλίδιο έπεσε. Το έπιασε και το έκανε κομμάτια στον τοίχο. Το θανατηφόρο υγρό έτρεξε απογοητευμένο, αποτυγχάνοντας στον μακάβριο σκοπό του.
Ο Αδόλφος ξέσπασε σε κλάματα.
-Σύνελθε! Έχουμε σωθεί πλέον, ο σύνδεσμος στην Μόσχα, η τελευταία παράμετρος της συνθήκης του 1939, μας παρέιχαν την έξοδο και τα εφόδια να φτάσουμε μέχρι τον Ρήνο! Αδόλφε!
Ο Αδόλφος ζαβλακωμένος κοιτούσε τώρα τον Γιόζεφ Γκέμπελς, τον καγκελάριο στα μάτια. Πραγματικά, αυτός ο μπάσταρδος είχε θέσει σε εφαρμογή εκείνον τον όρο. Ο σύνδεσμος σκηνοθέτησε τον θάνατο και των δύο έτσι ούτως ώστε να μπορέσουν να διαφύγουν μακριά με το σοβιετικό φορτηγό. Παρ όλα αυτά ο σύνδεσμος δεν εγγυόταν τίποτα περεταίρω, και έτσι ο εντοπισμός τους αργότερα θα ήταν θέμα χρόνου.
Ο Αδόλφος ξάπλωσε ράκος και σκεπτικός. Κοίταξε τον χοντροκομμένο αλλοδαπό. Το μυαλό του έλεγε πως η μορφή είναι γνώριμη. Ανασηκώθηκε για να δει καλύτερα τον άντρα που εκέινη τι στιγμή μόρφαζε από τον πόνο ενώ έβαζε φάρμακο στην αρβυλιά που έπαθε στο πρόσωπο λίγο πριν.
Μα ναι αυτός ήταν.
-Μπενίτο!;
-Σι...


meh, συνεχίζεται

16/1/10

Η πλάκα είναι με τις γριούλες

 Που ανταλλάσσουν χάπια λες και είναι παιχνίδια για το XBOX. Χτες με σταμάτησε μια γιαγιά στο δρόμο για να με ρωτήσει τι έγραφαν πάνω τα χάπια της που της έδωσε η φίλη της απ το ΚΑΠΗ. Το ένα ήταν Lonarid (εξαρτησιογόνα κωδεϊνη) και το άλλο Mesulid. Εγώ της συνέστησα να μην τα πάρει χωρίς συνταγή, αλλά άμα έμπλεξε με τα lonarid, την βλέπω σε ένα μήνα στην Ομόνοια μάζι με τον Στελάκη που "ήτανε καλό παιδί αλλά έμπλεξε".