Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπερβατική Φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπερβατική Φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/4/10

Nach meinem Kampf, zweiten Teil

 Διασχίζοντας την Σταδίου έφτασα μπροστά από το κτίριο της παλαιάς βουλής. Μερικά περιστέρια πέταξαν τρομαγμένα καθώς πέρασα μέσα από το πηγαδάκι που είχαν φτιάξει. Κάθισα στο ένα από τα δύο περιποιημένα παγκάκια,και άφησα τον χλιαρό αέρα του κυριακάτικου πρωινού να μπει μέσα στο στραβοκουμπωμένο πουκάμισο.
- Πολύ λογοτεχνικά τα λες, λογοτέχνης είσαι;
Σχολίασε ο ημίτρελος τυπάκος που συχνάζει στον προαύλιο χώρο του κτιρίου. Σχεδόν κάθε κεντρική περιοχή κάθε ελληνικού άστεως έχει και τον μοναδικό τρελό του, ο οποίος κρατάει την κυριαρχία του στον χώρο με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Αυτός λοιπόν είχε γλιστρίσει αθόρυβα δίπλα και διάβαζε αυτά που έγραφα.
Φυσικά δεν του απάντησα, του έριξα ένα άδειο βλέμμα και σηκώθηκα ζωηρά για να συνεχίσω τον δρόμο μου για την πλατεία συντάγματος.
Μόνο στα πολυσύχναστα μέρη μπορώ να είμαι ασφαλής.
Εκεί μπορώ να καταγράφω ήσυχος τα συναισθήματα που μου έκλεψαν οι συνωμότες.


  Ο Αδόλφος σηκώθηκε με δυσκολία και πέταξε το χιτώνιο του στην μια από τις τέσσερεις γωνίες του κτιρίου. Βρισκόταν διωκόμενος, λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Βερολίνου, μαζί με τον υπουργό προπαγάνδας του ραιχ και νυν καγκελάριο, αν και ήταν σίγουρος ότι οι σύμμαχοι είχαν ήδη αναλάβει την διοίκηση της Γερμανίας. Ο έτερος καππαδόκης ήταν ο Μπενίτο, ο άχρηστος Ιταλός δικτάτορας, που κατάφερε να χάσει τόσες μάχες με πλήρη υπεροπλία, κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ ανικανότητας. Όλα αυτά όμως είχαν λίγη σημασία. Αυτό που προείχε ήταν να αποτινάξουν τις υποψίες και να καταφύγουν κάπου που δεν τους ξέρουν, κάπου που θα μπορούσαν ίσως να ζήσουν μακριά από το παρελθόν και τον φόβο της ανακάλυψης. Ο καγκελάριος όμως φαίνεται να έχει κάποιο σχέδιο, όλες του οι απαντήσεις ήταν μελετημένες, οι πράξεις του ψύχραιμες και οικονομικές, το βλέμμα σίγουρο. Έβγαλε ένα μαύρο μπιτόνι από το πίσω μέρος του φορτηγού και γέμισε το ντεπόζιτο. Έπρεπε να ξεκουραστούν και να περιμένουν να πέσει για τα καλά ο ήλιος, ο Καγκελάριος επέμενε ότι θα πρέπει να ταξιδεύουν στην αφάνεια και ότι έπρεπε να τηρήσουν ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα που είχε φτιαχτεί από τον ίδιο.
-Γιατί δεν ενημερώθηκα για αυτή τη συμφωνία με τη Μόσχα όταν υπογράφηκε το σύμφωνο;
 Ρώτησε ο Αδόλφος ενώ έβγαζε ένα πάκο με τα χαρτιά ανεφοδιασμού του καμιονίου και τα ακουμπούσε στα πόδια του.
- Η συμφωνία δεν αφορούσε καν τις μυστικές υπηρεσίες, ήταν μεταξύ εμού και του Στάλιν, είπε ο καγκελάριος.
Ο Αδόλφος έβγαλε ένα μικρό κομμάτι γραφίτη από το τσεπάκι του στρατιωτικού υποκαμίσου. Γύρισε το fuel papier από την κενή του μεριά και άρχισε να σχεδιάζει αυτό που έβλεπε μπροστά του. Ήταν ένα παλιό αγροτικό σπίτι, περιποιημένο και μεγάλο ωστόσο, στα 200 μέτρα.



- Και γιατί αυτή η συμφωνία χρειάζεται εμένα και τον Μπενίτο;
Ο καγκελάριος συνέχισε την δουλειά του χωρίς να απαντήσει. Μετά από μισό λεπτό είπε
- Αυτό θα το μάθετε όταν φτάσουμε στο κάστρο Ρέχτερεν, λίγο έξω απ το Ζβέλε.
- Είσαι τρελός ρε μαλάκα δε παίζει! Το Ζβέλε είναι εκατό χιλιόμετρα από δω και είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ολλανδίας, μέχρι να φτάσουμε εκεί θα μας έχει πιάσει η συμμαχική αστυνομία! Έχεις χαζέψει μαλάκα, παίρνω τα ηνία πριν σκοτωθούμε!
Ο Αδόλφος έβαλε μπρος το φορτηγό και έφυγε αφήνοντας με μια γκαζιά τον έξαλλο καγκελάριο πίσω. Ανέπτυξε ταχύτητα με τον Μπενίτο να τον κοιτάει έξαλλος φωνάζοντας in possesso di un fucile!
Το φορτηγό αργούσε βασανιστικά να πιάσει επιτάχυνση, ενώ ο τρελός από δίπλα συνέχιζε να φωνάζει  αυτό που μάλλον σήμαινε "κρατάει ένα" ... τι είναι το fucile;
Τρεις ριπές πέσανε στο πίσω μέρος και μια διέλυσε τον καθρέπτη. Γυρνώντας πίσω είδε τον καγκελάριο να κρατάει ένα sten και να τους σημαδεύει. Κατέβασε το όπλο και καλύφθηκε πίσω από έναν τηλέγραφο. "Γιατί καλύφθηκε; Δεν έβγαλα κανένα όπλο."
Πριν προλάβει να γκαζώσει τέρμα και να φύγει, ένιωσε ριπές στο τζάμι και το χώμα. Κοκάλωσε το όχημα και έβγαλε το ατομικό του πιστόλι που κρατούσε αποκλειστικά για το δικό του κεφάλι. Μάλλον όμως έπρεπε έπρεπε να χαρίσει λίγες ακόμα σφαίρες πριν πάρει την τελευταία για δικιά του. Διέκρινε 4-5 άντρες με κοστούμια και αμερικάνικα καπέλα να τον κοιτάνε και σημαδεύοντας να έρχονται προς το όχημα.
Αυτό ήταν, ήρθε η ώρα επιτέλους να πέσει! Τέλος οι άκαρπες προσπάθειες με το δειλό κυάνιο!
Ο Αδόλφος ορθώθηκε αυτοκτονικά, φαρδύς πλατύς και άρχισε να κερνάει το περιεχόμενο του πιστολιού του. Οι άντρες ξαφνιασμένοι έπεσαν κάτω, πρόλαβε να δει τον έναν να την τρώει στο στέρνο και το άλλον να σκοντάφτει από την υπερπροσπάθεια. Αυτό εκτυλίχθηκε μέσα σε δέκατα, όταν κάποιος τον έσπρωξε και τον πέταξε με δύναμη στο πίσω μέρος, έβαλε μπροστά ξανά το όχημα και έφυγε ακολουθούμενος από ομοβροντία πυρών. Ήταν φυσικά ο καγκελάριος που ξαναπήρε τον έλεγχο του οχήματος. Μέχρι τώρα, η τύχη το ευνοούσε σκανδαλιστικά.
Όταν απομακρύνθηκαν, ο Αδόλφος με το τρεμάμενο χέρι έβγαλε και είδε ότι καθ όλη τη διάρκεια του σκηνικού, κρατούσε το χαρτί με το ζωγραφισμένο σπίτι. Είχε προλάβει να ζωγραφίσει ακόμα και τον ανεμόμυλο, στο υπόβαθρο. Γέλασε με το γεγονός και διέκρινε το ήδη σκοτεινό ουρανό από ένα σκισμένο σημείο του πανιού που κάλυπτε το πίσω μέρος του καμιονιού. Έκλεισε τα μάτια. Σκέφτηκε κάτι.

Το πρωί τον βρήκε στο ίδιο σημείο, πιασμένο και πεινασμένο. Ο καγκελάριος τον έπιασε και τον σήκωσε βίαια.  "Φτάσαμε"
Μπροστά τους ήταν το κάστρο του Ρεχτερεν, μια οικογένεια που έχει τις αριστοκρατικές της καταβολές από την φεουδαρχία.


Έκρυψαν το φορτηγό μέσα σε κάτι δέντρα και διέσχισαν γρήγορα το ψηλό ανοιξιάτικο γρασίδι, o καγκελάριος βιαστικός, σκόνταφτε πάνω στα εμπόδια που ήταν κρυμμένα από την πυκνή απεριποίητη βλάστηση. Το ποιός τους περίμενε εκεί μέσα το ήξερε μόνο αυτός. Το ήξερε;
Η αρχιτεκτονική του δεν ήταν αυστηρά φεουδαρχική, χώρια του ότι το εξωτερικό μαρτυρούσε ότι είχαν γίνει μοντέρνες προσθήκες χάριν λειτουργικότητας. Οι τρεις καταταλαιπωρημένοι άντρες έφτασαν μπροστά στην ξύλινη είσοδο. Ο Μπενίτο κοιτούσε μπερδεμένος, ενώ ο καγκελάριος έβαλε το σάκο κάτω, γονάτισε και άρχισε να ψάχνει. Ο Αδόλφος δεν είχε την διάθεσει ούτε να ζητήσει εξηγήσεις πλέον. Η αλήθεια ήταν μερικά δευτερόλεπτα μακριά. Ή κάποιος όντως θα βρισκόταν μέσα στο κάστρο για να τους βοηθήσει, ή οι συμμαχικές δυνάμεις θα έφταναν στο ολλανδικό χωριό για να τους συλλάβουν.
Ο Καγκελάριος έβγαλε έναν χάρτινο φάκελο, τον άνοιξε και διάβασε το περιεχόμενο του. Όχι δεν το διάβαζε, το ήλεγχε πιο πολύ, πηδούσε σελίδες με βιάση για να δει αν όλα ήταν στην θέση τους. Μόλις φάνηκε να επιβεβαιώνεται, έκλεισε τον φάκελο και τον πέταξε με δύναμη μέσα στο κάστρο από την σχισμή της πόρτας. Και σηκώθηκε.
Και περίμεναν.
Για περίπου ένα τέταρτο. Κοιτούσαν αριστερά και δεξιά, ο Μπενίτο έβαλε το αυτί για να αφουγκραστεί το εσωτερικό.
Και η πόρτα άνοιξε.
Αργά, και με μηχανικό τρόπο, ακολουθούμενο από έναν επίσης μηχανικό θόρυβο, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και αποκάλυψε τον προθάλαμο του κάστρου. Ένας παραδοσιακός χώρος με οικόσημα, και δύο ελικοειδής σκάλες. Αριστερά στον τοίχο υπήρχε μια επιγραφή με γοτθικά γράμματα "Haus der inkonsequenten"
Πολύ περίεργο, θα μπορούσε απλά να λέει ότι είναι ο οίκος των Ρέχτερεν, είπε ο Αδόλφος στον καγκελάριο.

"Δεν υπάρχει οικογένεια Ρέχτερεν"

Τέσσερις άντρες βγήκαν από ένα πορτάκι που ήταν κάτω από την επιγραφή. Αυτός που μίλησε φορούσε νυχτικά ρούχα και κρατούσε κάτι μαύρο σαν πλακέτα. Είχε μακριά απεριποίητα μαλλιά και ήταν παχουλός και πανύψηλος. Οι δύο που ακολουθούσαν ήταν παρομοίως ψηλοί και φορούσαν αλλόκοτες στρατιωτικές στολές. Ο ένας άπλωσε στον τοίχο έναν μεγάλο χάρτη που απεικόνιζε Αφρική και Ευρώπη και ο άλλος με απίστευτη ευκολία άρπαξε με μια αγκαλιά του τρεις άντρες, τους απομάκρυνε από την είσοδο και μπήκε ανάμεσα σε αυτήν και αυτούς, σαν να προλάμβανε κάποια ενδεχόμενη φυγή τους.

"Αυτό το κάστρο δεν άνηκε ποτέ σε κανέναν φεουδάρχη. Για την ακρίβεια δεν υπήρξαν ποτέ φεουδάρχες με την συμβατική έννοια. Αυτή η περιοχή βρίσκεται στην κυριότητα μας εδώ και 300.000 χρόνια. Ο Ρέχτερεν ήταν πολέμαρχος που έχει πεθάνει εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Ο Ρέχτερεν ήταν μια προικισμένη μηχανή πολέμου που πέτυχε κάτι μεγάλο.

Όπως κι εσείς."

Ο άντρας έβγαλε ένα χοντρό μολύβι και κύκλωσε μια μεγάλη έκταση στην κεντρική Αφρική.
ο Αδόλφος έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και συνέχισε να παρακολουθεί καθηλωμένος.


Τέλος 2ου μέρους.



28/2/10

Nach meinem Kampf

Το κομμάτι εκείνο από χαρτί, έγραφε πάνω "29 Απριλίου 1945". Και το τρέμουλο από το χέρι του είχε σχεδόν φύγει. Πως θα ήθελε εκείνο το αποκαλυπτικό βράδυ να το περάσει στο νεκροκρέβατο του Φρειδερίκου! Σίγουρα θα είχε τόσα πολλά να του πει, και σίγουρα η απάντηση θα ήταν η απόλυτη σιωπή.
Απέτυχες!
Ακούμπησε σχεδόν άβουλα το διπλωμένο χαρτί στο μικρό τραπέζι του ισογείου της καγκελαρίας. Κοίταξε λίγο έξω από το παράθυρο το πυκνό σκοτάδι, οι ριπές είχαν σταματήσει, τελείως ειρωνικά.
Κάποτε ο Καρλομάγνος είχε πει ότι ο καλός καπετάνιος φαίνεται στην τρικυμία, ο καλός πολέμαρχος στην ανακωχή.
Έβγαλε από την βαθιά τσέπη το γυάλινο φιαλίδιο. Το έβαλε ανάμεσα στα δόντια και το χτύπησε δοκιμαστικά με την αδαμαντίνη του, σαν να προβάρει τον θάνατό του, αν και όπως όλοι οι θνητοί όπως πίστευαν οι παλιοί Γερμανοί φιλόσοφοι, τον έχουν αναπαράγει στο μυαλό τους σαν τον "μεγάλο μαύρο γάμο".
Καθώς γύρισε να δεί που βρισκόταν η γυναίκα του εκείνη τη στιγμή ακούει ένα φρενάρισμα και η πίσω πόρτα ανοίγει διάπλατα. Καλύπτει το πρόσωπό του καθώς μέσα μπαίνει πυκνή στάχτη από καμένο χαρτί και μπαρούτι.
-Μπες στο καμιόνι! ΤΩΡΑ!
-Καγκελάριε! Θα έπρεπε να είστε στο μέτωπο της Ποτζντάμερ πλάτζ!
-Αδόλφε! Ο σύνδεσμός μας στην Μόσχα, το σχέδιο Κίρκη...μπες μέσα στο καμιόνι!
Ο Καγκελάριος μαζί με τον παράξενο χοντροκομμένο άντρα έπιασαν βίαια τον Αδόλφο και τον ακινητοποίησαν. Ο καγκελάριος του έκανε μια ένεση στον λαιμό και τον πέταξε πρόχειρα στο πίσω μέρος του στρατιωτικού φορτηγού. Ο χοντροκομμένος άντρας έριξε πίσω το υφασμάτινο κάλυμμα με το έμβλημα του κόκκινου στρατού. Το καμιόνι ξεκίνησε με οδηγό τον ίδιο τον καγκελάριο, αφήνοντας διαδοχικούς κρότους από την εξάτμιση. Το διπλωμένο κομμάτι χαρτί απέμεινε μόνο, να κοιτά την βερολινέζικη νύχτα.
--
Το πρωί βρήκε όλον τον κόσμο αλλαγμένο. Λίγες ώρες έμεναν μέχρι και να διαπραγματευτεί ο πάνοπλος κόκκινος στρατός την παράδοση του κοινοβουλίου. Τα μέσα σε όλον τον συμμαχικό κόσμο οργίαζαν, η κοινή γνώμη είχε καταληφθεί από μια θριαμβεύτρια υστερία, τα αυτιά στα μέτωπα ξεβούλωσαν, μια ολόκληρη γενιά είχε σημαδευτεί, χρόνια, είχαν χαθεί.




Οι σύμμαχοι στην είσοδο βρήκαν ένα βερολινέζικο πλήθος εξαθλιωμένο. Με το ζόρι ξεχώριζες τους δρόμους σε αυτό το εκτενές ερείπιο. Πρώτα παραδόθηκε η Βολκστουρμ και τελευταία η χιτλερική νεολαία. Και για πολλές μέρες το σκηνικό που εναλλασσόταν ήταν οι λιμασμένοι κάτοικοι και οι περιχαρείς Ρώσοι που είχαν μετρέψει τον θρίαμβο σε μεθοκόπι. Οι επικεφαλής των δυνάμεων βρήκαν στην καγκελαρία την διαθήκη του "νεκρού" φύρερ, τα πτώματα των μελών του επιτελείου και του κόμματος που διέπραξαν αυτοκτονία με υδροκυάνιο. Μεταξύ αυτών, την επταμελή οικογένεια του νεοδιόριστου καγκελάριου και πρώην υπουργού προπαγάνδας.
Οι σκληροπυρηνικοί ήταν νεκροί, και οι υπόλοιποι ήταν στα δεσμά των Σοβιετικών.
Κανείς δεν γλίτωσε από την συντριπτική τελική νίκη των συμμάχων.
Όλοι νεκροί. Όλοι δυνητικά νεκροί.
Και τα τυπογραφεία τρίζανε μέρα νύχτα, και τα ραδιόφωνα είχαν ανάψει.
Και η Ευρώπη ενηλικιωνόταν. 
--
 Το καμιόνι σταμάτησε έξω από μια μισοκατεστραμένη αγροικία στο Μύνστερ, 300 χιλιόμετρα δυτικά του Βερολίνου. Οι δύο άντρες που κάθονταν μπροστά έβγαλαν τον ναρκωμένο άντρα βιαστικά και τον μετέφεραν μέσα στην αγροικία. Ήταν μεσημέρι και είχε απίστευτη ζέστη για το Μύνστερ. Ο Καγκελάριος έβγαλε μια τυλιγμένη κουβέρτα από το φορτηγό και την άφησε στο ξύλινο πάτωμα. Ύστερα σωριάστηκε κάτω κατάκοπος. Με οικονομία δυνάμεων έριξε νερό στο πρόσωπό του και προσέφερε το υπόλοιπο στον χοντροκομμένο άσχημο άντρα. 
-Πρόσεχε τον, εμένα θα με πάρει ο ύπνος. Αν ξυπνήσει συγκράτησέ τον, δεν πρέπει να έχουμε καμία επαφή με κόσμο πριν περάσουμε τον Ρήνο!
Μετά από τόσες ώρες όμως ο Αδόλφος είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του. Καθηλωμένος από την κούραση και παριστάνοντας τον ψόφιο κοριό, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Είχε αφήσει πίσω μια διαθήκη η οποία προλόγιζε την υποτιθέμενη αυτοκτονία του, ανέθετε στον πρώην υπουργό του την καγκελαρία, αυτός ο ψυχάκιας που αυτήν την δεδομένη στιγμή ήταν ο απαγωγέας του! Είχε αφήσει πίσω το ένδοξο τέλος του Εθνικοσοσιαλισμού και έναν ένδοξο ρωμαϊκό θάνατο. Είχε αφήσει πίσω την γυναίκα του. Σίγουρα μέσα στις επόμενες ώρες θα ήταν αιχμάλωτος του νέου κυρίαρχου. Έπρεπε να βρεί τρόπο να πεθάνει! Άμεσα!
Έδωσε μια απότομη και δυνατή κλωτσιά, ακριβώς στο μάγουλο του χοντροκομμένου υπηρέτη του καγκελάριου. Αυτός φώναξε μια βρισιά, σίγουρα όχι στα γερμανικά, και έπεσε να ξυπνήσει το αφεντικό του. Ο Αδόλφος του έδωσε μια δεύτερη απωθητική κλωτσιά στα πλευρά. Βγήκε από την αγροικία και έπεσε κάτω ψάχνωντας μανιωδώς το φιαλίδιό του. Τελικά, το βρήκε εκεί που το είχε αφήσει την τελευταία νύχτα στο Βερολίνο. Το κράτησε για λίγο στο χέρι προκαλώντας μια ψυχολογική τρικυμία μέσα του. Έπρεπε να πεθάνει, δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο σενάριο!
Αufwachen Arschloch!
Ο Καγκελάριος κατέβασε την βαριά αρβύλα του στο κεφάλι του Αδόλφου.
Το φιαλίδιο έπεσε. Το έπιασε και το έκανε κομμάτια στον τοίχο. Το θανατηφόρο υγρό έτρεξε απογοητευμένο, αποτυγχάνοντας στον μακάβριο σκοπό του.
Ο Αδόλφος ξέσπασε σε κλάματα.
-Σύνελθε! Έχουμε σωθεί πλέον, ο σύνδεσμος στην Μόσχα, η τελευταία παράμετρος της συνθήκης του 1939, μας παρέιχαν την έξοδο και τα εφόδια να φτάσουμε μέχρι τον Ρήνο! Αδόλφε!
Ο Αδόλφος ζαβλακωμένος κοιτούσε τώρα τον Γιόζεφ Γκέμπελς, τον καγκελάριο στα μάτια. Πραγματικά, αυτός ο μπάσταρδος είχε θέσει σε εφαρμογή εκείνον τον όρο. Ο σύνδεσμος σκηνοθέτησε τον θάνατο και των δύο έτσι ούτως ώστε να μπορέσουν να διαφύγουν μακριά με το σοβιετικό φορτηγό. Παρ όλα αυτά ο σύνδεσμος δεν εγγυόταν τίποτα περεταίρω, και έτσι ο εντοπισμός τους αργότερα θα ήταν θέμα χρόνου.
Ο Αδόλφος ξάπλωσε ράκος και σκεπτικός. Κοίταξε τον χοντροκομμένο αλλοδαπό. Το μυαλό του έλεγε πως η μορφή είναι γνώριμη. Ανασηκώθηκε για να δει καλύτερα τον άντρα που εκέινη τι στιγμή μόρφαζε από τον πόνο ενώ έβαζε φάρμακο στην αρβυλιά που έπαθε στο πρόσωπο λίγο πριν.
Μα ναι αυτός ήταν.
-Μπενίτο!;
-Σι...


meh, συνεχίζεται

8/9/09

Όταν το σύμπαν σε καλεί, μέρος 2ο.

  Βάζω 5η ταχύτητα, κατεβάζω τα φώτα στην μεσαία σκάλα.
Με λένε Μπάμπη, δουλεύω στον ΟΤΕ από τότε που τελείωσα την σχολή, μέγάλο μέσον ο πατέρας μου που με βόλεψε. Έχω αγοραφοβία, με το ζόρι μπορώ να αντέξω τόσο πολλά άτομα στην δουλειά, τόσο μεγάλα κτίρια, τόσο γρήγορη ζωή, γι΄αυτό άλλωστε μένω και έξω από την μεγάλη πόλη, σε ένα δυόροφο κτίριο μαζί με τον ξάδερφό μου και την γυναίκα του, και οι δύο 26-27 χρονών άνθρωποι, μόλις βρήκαν δουλειά και είναι ευτυχισμένοι. Έτσι λένε.
  Ανεβάζω τα φώτα στην μεγάλη σκάλα, αλλάζω λωρίδα.
Την μισώ την δουλειά μου, όχι ότι είναι δύσκολη, όχι ότι είναι μίζερη, απλά την μισώ. Μισώ τα πρωινά, μισώ το μεσημεριανό σχόλασμα που πρέπει να περάσω μέσα από όλη τη κίνηση, από όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η δουλειά μου, μου δίνει αμέτρητες ώρες πλήξης, μα μου δίνει και ένα πολύ καλό δώρο. Ίσως αυτό το δώρο είναι και ο λόγος που συνεχίζω να πηγαίνω σε αυτό το απαίσιο κτίριο τα πρωινά. Το δώρο αυτό είναι οι υποκλοπές.
  Πατάω λίγο περισσότερο γκάζι, βάζω ένα τσιγάρο στο στόμα μου, που είναι ο αναπτήρας;
Λατρεύω τις υποκλοπές, όπως και ο ξάδερφός μου, είναι το χόμπι μας! Μερικές φορές καθόμαστε ώρες και ακούμε τις ηχογραφημένες ομιλίες που ψαρεύω, σκάμε στα γέλια, είναι το μικρό μας μυστικό. Η το μεγάλο μάλλον, αν με πιάσουν θα με ρίξουν μέσα για πλημμέλημα, μη εξαγοράσιμο, γι αυτό και είμαι σούπερ προσεκτικός. Δύο χρόνια τώρα και έχουμε εθιστεί σ'αυτή τη καφρίλα, στην αρχή ακούγαμε απλά, μετά το εξελίξαμε. Τώρα πλέον κάνουμε καλοστημένες φάρσες σε επώνυμους και σε τηλεοπτικές περσόνες που αντιπαθούμε, από το γενικό πόρισμα που βγάζουμε όταν παρακολουθούμε το χαζοκούτι. Αν είσαι δήθεν τη γάμησες. Αν είσαι φεμινίστρια, την καραγάμησες.
  Κόβω ταχύτητα, βγάζω αριστερό φλας, ξύνω τα παπάρια μου.
Αυτή τη στιγμή ο ξάδερφός μου λείπει σε διακοπές με την γυναίκα του και έτσι μένει μαζί μου ο γείτονάς μου ο Ντακ, έτσι τον φωνάζουμε επειδή τα χείλη του είναι προτεταμένα σαν πάπιας. Χρόνια μόνιμος στον στρατό παλαιότερα, οπλοφορεί παράνομα και πίνει πολύ ο κερατάς. Μένει μαζί μου γιατί έχει σοβαρα ψυχολογικά προβλήματα. Πέρυσι στην Χαλκιδική ένω έκανε διακοπές τον βρήκαν κάτι αγρότες σε έναν επαρχιακό δρόμο έξω από τα Στάγιρα σε κατάσταση σοκ και
αφυδατωμένο μέχρι το κόκκαλο. Από τότε μετακόμισε δίπλα μας, σε αυτό το απόμακρο μέρος, γιατί φοβάται λέει ότι τον κυνηγάνε να τον πιάσουν. Κατά τη δική του εκδοχή, αυτό που υπέστη πέρυσι στην Χαλκιδική ήταν απαγωγή από εξωγήινους. Δεν μπορώ να πω ότι τον φοβάμαι, αλλά ούτε τον πιστεύω, αφού οι εργαστηριακές εξετάσεις μετά από αυτό που έπαθε έδειξαν κατανάλωση αλκοόλ και παραισθησιογόνων. Παρ όλα αυτά τον συμπαθό τον τύπο, έχει καρδιά παιδιού. Είναι ένα παιδί με ένα 38άρι Glock.

  Στρίβω στον χωματόδρομο, παρκάρω όπως νά 'ναι γιατί κατουριέμαι.
Ο ξάδερφός μου λείπει λοιπόν και έτσι πρέπει εγώ να υλοποιήσω το μεγαλεπίβολο σχέδιο-φάρσα που ετοιμάζαμε εδώ και μια βδομάδα. Στόχος: ο Αχιλλέας Κούνης, κινηματογραφικός-τηλεοπτικός παραγωγός μεγάλη περσόνα, εκνευριστικός τύπος, απίστευτα δήθεν. Κακό του κεφαλιού του, είναι η τέλεια περίπτωση. Όπως την έπαθαν παλιότερα και η Καρνέζη, που βγήκε λεσβία σε σκανδαλοθηρική εφημερίδα, όταν δώθηκε στην τελευταία στημένη τηλεφωνική κλήση, ο Δημητρίου που παρήγγειλε (παρήγγειλα, χουχουχου) πίνακες τέχνης για 15.000 ευρώ, σαδομαζοχιστικής τέχνης, ή ο Ξενάκος που κάλεσε (κάλεσα, χεχεχε) την αστυνομία για διάρρηξη στο σπίτι του την ώρα που μέσα έκανε όργια με αλλοδαπούς ζιγκολό. Όλα αυτά με την μαγεία της υποκλοπής συνομιλιών.
  Ανεβαίνω γρήγορα τις σκάλες της μονοκατοικίας, ο Ντακ αράζει στο μπαλκόνι και ακούει ipod.
Αυτή τη φορά το υποψήφιο θύμα, ο Κούνης, θα την πατήσει ανάλογα. Αύριο, στις 10 το βράδυ, έχει πάρτυ στο σπίτι του για την "έναρξη της τηλεοπτικής σεζόν. Τρεις ώρες πριν θα πάει η υπηρεσία catering όπου θα διαμορφώσει την αίθουσα δεξιώσεων με φαγητά και άλλα καλά του θεού. Μόνο που η υπηρεσία catering δεν θα πάει. Θα πάμε εγώ και ο Ντακ, ως υπάλληλοι του μαγαζιού φυσικά, και θα κάνουμε εμείς την "διαμόρφωση". Ελπίζω μόνο να έχουν πολλές τουαλέτες στο σπίτι.
 Το βράδυ περνάει γρήγορα, το πρωί δύσκολα. Στον γυρισμό για το σπίτι ανάβω άλλο ένα τσιγάρο μέσα στο αυτοκίνητο για να ξεπεράσω το άγχος της πολυκοσμίας. Βοηθάει αρκετά συνήθως αν και νομίζω πως είναι πιθανοτατα αυθυποβολή. Σκέφτομαι πως το απόγευμα έχουμε δουλειά, αν θέλουμε να αποτύχει το πάρτυ του Κούνη τότε όλα πρέπει να γίνουν με τέλειο συγχρονισμό. Γι'αυτό δεν έχω καθόλου άγχος, ο Ντακ είναι τσακάλι. Τινάζω το τσιγάρο έξω από το παράθυρο, δύο ζωηρές καύτρες κάθονται πάνω στο χέρι μου. Βγαίνω από το κέντρο. Χαλαρώνω.
  Οι ετοιμασίες γίνονται τέλεια, έχουμε ραντεβού με το μαγαζί για τα φαγητά στις 5 ακριβώς, θα τα παραλάβουμε και θα τα πάμε στο σπίτι του Κούνη με το βανάκι του ξαδέρφου μου. Στο δρόμο για το μαγάζι ο Ντακ παθαίνει μια ψιλοκρίση καταδιωκτικής μανίας ισχυριζόμενος ότι θα μας σταματήσουν εξωγήινοι με την μορφή τροχονόμων. Τον ηρεμό και του διαβεβαιώνω ότι στην περίπτωση που μας σταματήσει η τροχαία και είναι εξωγήινοι θα φωνάξω τους γκοστμπάστερς. Μου λέει ότι είμαι εντελώς άσχετος. Αδιαφορώ. Πάντως προτιμώ να είναι εξωγήινοι παρά πραγματικοί τροχονόμοι, δεν έχουμε ώρα για καθυστερήσεις.
  Όλα γίνονται στην εντέλεια, περιποιημένος μπουφές και άπειρο καθαρτικό. Κρίμα που δεν πρέπει να μάθουν το όνομα μας, θα μέναμε στην ιστορία. Το βράδυ θα το γιορτάσουμε με παϊδάκια και κρασί. Έχει και ποδόσφαιρο, ο Ντακ φοράει ήδη μια αθλητική φανέλα, εγώ αδιαφορώ για το ποδόσφαιρο γι'αυτό θα επικεντρωθώ στα παϊδάκια.

  Αλλάζω λωρίδα, παίζω τα φώτα στον μαλάκα απέναντι.
Έχουν περάσει 10 μέρες περίπου από την φάρσα στον Κούνη και μπορώ να πω ότι στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία αυτό το κατόρθωμα μας. Την αμέσως επόμενη ημέρα πήρα όλες τις εφήμερίδες και με χαρά ανακάλυψα ότι κάναμε αρκετή αίσθηση. Ο Κούνης έφαγε το σκαμπίλι που του χρειαζόταν. Σε 3 μέρες επιστρέφει ο ξάδερφός μου και μόλις τακτοποιηθεί στρώνουμε δουλειά για το επόμενο σχέδιο. Δε μπορώ να περιμένω άλλο, πως θα περάσει αυτό το σαβ/κύριακο χωρίς φάρσες και με τον παρανοικό Ντακ να σαλτάρει κάθε φορά που ακούει τα ουρλιαχτά από το left 4 dead που παίζω στον υπολογιστη;
  Παρκάρω, αρπάζω τη σακούλα με τους γύρους από τον συνοδηγό. Πετάω το τσιγάρο σε μια γάτα. Πάρτα μωρή σκύλα.
Ανεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλιά όπως πάντα, διακρίνω το φως της τουαλέτας ανοιχτό. Ανησυχώ, ο Ντακ υποτίθεται ότι είναι στον γάμο του θείου του και θα γυρίσει αργά σήμερα. Βέβαια όχι πολύ αργά, δεν νομίζω να έχει τα κότσια να γυρίσει στην μέση της νύχτας με τις τρελές σκέψεις που τον κυνηγάνε, αλλά όχι και από τις εννιάμιση. Το φως της τουαλέτας σβήνει, ακούγεται ένας περίεργος θόρυβος σαν έπιπλα να μετακινούνται.
  Οκ λέω, αν δεν είναι ο Ντακ που κόλωσε και δεν πήγε στον γάμο, τότε είναι διαρρήκτες. Πρέπει να  σκεφτώ κάτι. Δεν μπορώ να μπω έτσι, θα πάω στο σπίτι του Ντακ να πάρω το όπλο του από το συρτάρι. Κατεβαίνω αθόρυβα, βγάζω τα κλειδιά μου όπου έχω και ένα κλειδί του σπιτιού του Ντακ για λόγους ασφαλείας. Οι υπάλληλοι του ψυχιατρείου μου το έδωσαν γιατί είμαι το πιό κοντινό του πρόσωπο. Ανοίγω και σπρώχνω την πόρτα, σκοτάδι, ανάβω το φως και τρέχω στο υπνοδωμάτιο. Οι ντουλάπες είναι ανοιχτές και τα καθημερινά ρούχα του Ντακ πεταμένα επάνω στο στρωμένο κρεβάτι. Αυτό είναι δείγμα ότι πήγε τελικά στον γάμο. Τα χέρια μου αρχίζουν να τρέμουν και ένα ζεστό ρεύμα διαπερνάει τον κορμό μου.
Ίσως να τους αφήσω να φύγουν.
Όχι, οπλοφορώ, θα προστατέψω την ιδιοκτησία μου.
  Έλα όμως που το όπλο δεν είναι στο συρτάρι, δεν είναι στις ντουλάπες, δεν είναι πουθενά.
Ανάθεμα στον ψυχάκια, το πήρε μαζί του. Σκεπτόμενος γρήγορα αρπάζω μια σιδερόβεργα από την ντουλάπα και βγαίνω πάλι στα σκαλιά του σπιτιού μου. Περιμένω 5 λεπτά, περιμένω 10. Περνάει μισή ώρα και εγώ κοιτάω την πρόσοψη του σπιτιού μου κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο κήπου με την σιδερόβεργα να κοντεύει να σκουριάσει ήδη από τον κρύο ιδρώτα του χεριού μου. Προφανώς και την κάνανε με ελαφρά όσο ήμουν στου Ντακ. Αυτό ήταν, τηλεφωνώ στην αστυνομία και μπαίνω μέσα.
  Ακουμπώντας την σιδερένια βέργα στο τραπέζι της αυλής σπρώχνω με ευκολία την όντως παραβιασμένη πόρτα και μπαίνω μέσα. Μια προσπάθεια να ανοίξω το φως αποτυγχάνει. Είναι στην τακτική των διαρρηκτών να κατεβάζουν τον γενικό διακόπτη; Πριν τελειώσω αυτήν τη σκέψη...
Ένα εκτυφλωτικό μπλε φως ανάβει και όλο το σπίτι παίρνει μια μπλε απόχρωση. Σε χρόνο μηδεν ένας λευκός θόρυβος μου παίρνει τα αυτιά. Ένα ακόμη πιο δυνατό φως σαν προβολέα στοχέυει μόνο εμένα και με τυφλώνει. Σαν κάνω να βγω από το σπίτι σε κατάσταση σοκ, παραπατώ και βρίσκομαι πεσμένος στο ύψος της εξώπορτας. Τρεις αλλόκοτες φιγούρες στέκονται από πάνω μου με ανατριχιαστηκά χαρακτηριστικά προσώπου και μιλάνε με τσιριχτές φωνές. Κανονική παράνοια.

  Φρικάρω, σηκώνομαι και τρέχω σαν το σκυλί, λίγα θυμάμαι από τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα, όταν βρέθηκα καμιά 100 μέτρα μακριά. Ο φόβος με έχει παραλύσει κανονικά. Περνάω μερικά λεπτά πεσμένος στο γρασίδι όταν βλέπω μια φιγούρα να τρέχει προς το μέρος μου φωνάζοντας δυνατά
Μην φοβάσαι! Ηρέμησε, ήταν μια πλάκα!
Όλα είναι μπερδεμένα, ο τύπος κοντοστέκεται, με πλησιάζει και ανάβει έναν φακό στο πρόσωπό του.
Κοίτα με, σου κάναμε μια πλάκα, με αναγνωρίζεις;
  Ο Κούνης είναι. Ο Κούνης μου έκανε πλάκα. Με εκδικήθηκε. Με βρήκε.
-Πως;
-Κινηματογραφικός παραγωγός είμαι. Το επάγγελμά μου είναι ότι πρέπει για τέτοιου είδους φάρσες. Μετά από αυτό που μου έκανες, βρήκα ποιος είσαι και αντί να σε καρφώσω σκέφτηκα ότι ίσως θα γούσταρα και εγώ να κάνω κάτι ανάλογο. Στην ουσία, εσύ μου έδωσες την ιδέα! Αν δεν ήσουν τόσο χέστης ίσως το συνεχίζαμε περεταίρω, αλλά εντάξει, δε με συμφέρει να τεζάρεις.
 Το τι γέλια ακολούθησαν δεν λέγεται, ο Κούνης είναι ωραίος τύπος τελικά, μαζί θα μπορούσαμε να κάνουμε τις πιο γαμάτες φάρσες. Και η σκέψη μου ξανά διακόπηκε, αυτή τη φορά από τέσσερεις πυροβολισμούς. Τρέχοντας προς το σπίτι μου εγώ και ο Κούνης αντικρύζουμε τον Ντακ με το όπλο στο χέρι. Οι άλλοι δύο "εξωγήινοι" ηθοποιοί βρίσκονται στο πάτωμα αιμόφυρτοι, αίματα παντόυ, τον έναν τον βρήκε στο κεφάλι, χυμένα μυαλά στο πάτωμα. Ο Κούνης το βάζει στα πόδια.
-Κανείς δεν με πίστευε! Τώρα έχω και τα νεκρά τους κουφάρια! Είδες ότι δεν ήμουν τρελός; Το ήξερα ότι δεν είμαι!
Δεν έχω άλλη αδρεναλίνη στο αίμα μου. Βλέπω τον Ντακ να αράζει στον καναπέ με το ipod, ακούει μουσική και χτυπιέται. Φοράει μια μπλούζα Korn. Ακούω επίσης το περιπολικό που φώναξα πριν λίγη ώρα για τους διαρρήκτες.
-Ντακ, έχεις ιδέα τι έκανες; Ντακ!
-Δε σε ακούω! Φοράω ακουστικά!

Άυριο αποφυλακίζομαι. Λέω να το γιορτάσω με παϊδάκια και κρασί. Έχει κανένα ματς; 

                                                   FIN

7/9/09

Όταν το σύμπαν σε καλεί, μην κάνεις πίσω.

Η ώρα έχει πάει ήδη 1:46. Φιλαράκι θα μου φέρεις ένα ακόμα τζιν τόνικ σε παρακαλώ;
Ο σερβιτόρος είναι γύρω στα 17, ανάθεμα αν μπορεί να φτιάξει ένα σωστό ποτό. Το καλοκαίρι κυκλοφορούν όλοι οι άσχετοι ανήλικοι σερβιτόροι στα μπαρ της Χαλκιδικής, δεν υπάρχει (sic).
Απλώνοντας λοιπόν τα πόδια μου σαν θεός επι θνητών αφήνω το παγωμένο τζιν να πέσει στα χείλια μου φρενάρωντας το τσαμπουκαλεμένο παγάκι. Η περιστροφή του κεφαλιού μου όμως μου αποκαλύπτει δύο θεσπέσια μπουτάκια, δύο τραπέζια παραπέρα, μια ακόμα περιστροφή και το θέαμα περατώνεται.
Η μια είναι ξανθιά, με σαφώς περιποιημένα μαλλιά, στραιτ από το κωμωτήριο, νεανικό κορμί, όχι πάνω από 18, φοράει ένα τρεντουλιάρικο σορτσάκι και κουνιέται αφελώς, όπως αρμόζει στην νεανικότητα της και στην τρεντοσύνη της. Η άλλη καστανόξανθη, ή ξανθιά τελείως, δεν ξέρω, έχω δυσχρωματοψία, κρατάει το ποτό αδέξια και όταν λερώνεται από το περιεχόμενο σκουπίζεται το ίδιο αδέξια στα επιμελώς ενδεδυμένα από το τζιν της, μπουτάκια. Ά ναι, έχει και μεγάλα βυζιά, ξέχασα.
Τζάμι, σκέπτομαι χαμηλοφώνως, αφού σήμερα την έκανα σκαστή από το περιβάλλον μου και βγήκα μόνος μου, ας χτυπήσω και την ευκαιρία που μου έδωσε το σύμπαν. Δύο κοριτσάκια, ένας άντρας, καθόλου κακό πείραμα (ο έρωτας είναι ένα πείραμα, διαβάστε και καθόλου Κοέλιο, κακό θα σας κάνει, καλό δεν κάνει).
Τελειώνω το κακοφτιαγμένο ποτό του κερατά του πιτσιρικά σε 5 λεπτά, μεγάλος πότης γαρ, και βουρ στο μπαρ όπου παραλαμβάνω ένα σέικερ σμιρνοφ-αμαρέτο. Του νού σου μικρέ, είναι για ιερό σκοπό, και αν δουλέψει, έχω και για σένα λάφυρα. Το πιασε ο μικρός, μου έγνεψε περιπαικτικά, μπορεί ναι είναι νουμπάς αλλά φαίνεται τσακάλι.
- Κορίτσια, το σέικερ μου επέμενε να κάτσουμε μαζί σας, θα του κάνετε τη χάρη;
Γέλια.
- Εεεε, εμείς θα φύγουμε σε λίγο, αλλά αν θες κάτσε, τα σφηνάκια είναι για μας;
- Ναί είμαι σε διατεταγμένη αποστολή να σας μεθύσω.

Ξανά γέλια.
Το ένα έφερε το δεύτερο και το δεύτερο το έκτο, μέχρι που έκανα ένα διάλλειμα για τουαλέτα.
- Κορίτσια πάω να ξεράσω και έρχομαι οκ;
Ξανά μανά γέλια.
Με το μυαλό στο τραπέζι με τις νεανίδες, σπρώχνω την ξύλινη πόρτα της τουαλέτας και τον αράζω πάνω από τον μπιντέ, όταν μια φιγούρα σπρώχνει με τη σειρά της την ξύλινη πόρτα.
Άλλος! Μα δε βλέπει ο μαλάκας; Τι θέλει τώρα, να τον κατουρήσω τα παπούτσια να βάλει μυαλό; (καθόλου χαλεπή σκέψη όταν είσαι ψιλοζάντα)
-Άκου λίγο, έχει μεγάλη σημασία να με ακούσεις, έχω απηχθεί από εξωγήινους στο παρελθόν, με κάποιον τρόπο τα κατάφερα να ξεφύγω, η βάση τους είναι στα Στάγιρα, πάμε να δείς.
Ακόμα ένας ενοχλητικός ψυχάκιας.
Από τότε με ψάχνουν παντού, είναι πολυ κοντά στο να με βρούν, παίρνουν ανθρώπινη μορφή και σε πλησιάζουν σαν μπάτσοι για να βεβαιωθούν για τα στοιχεία σου, συνήθως γυναικεία.
Αν συνεχίσει θα τον σπρώξω, με περιμένουν γκόμενες.
Χρειάζομαι ένα κατάλλυμα, μόνο για σήμερα, φαίνεσαι καλός άνθρωπος, ξαπλώνω οπουδήποτε, δεν πρέπει να με βρούν! Δεν ξαναπάω εκεί!
Ένας τρελός άστεγος δε θα μου στερήσει μια νύχτα παρτούζας. Τον σπρώχνω, η ξύλινη πόρτα κάνει θόρυβο, για πότε βρέθηκα πάλι στο τραπέζι, ούτε εγώ δεν ξέρω, ακόμη πιο γρήγορα όμως βρέθηκα σε ένα κρεβάτι με 3 κατακίτρινα φώτα από επάνω μου. Και κάθησα εκεί 4 μέρες. Έτσι μου φάνηκε. Τώρα βρίσκομαι καθηλωμένος σε ένα λευκό κελί με κάτι απόκοσμους λευκοπλάστες να με κρατάνε, και μια θολώτή οροφή γεμάτη μετρητές να απεικονίζουν αλλοπρόσαλους χαρακτήρες. Το μόνο που έχω στη τσέπη είναι ένα στυλό και η απόδειξη από το ενοίκιο του σπιτιού. Στο πίσω μέρος γράφω την διεύθυνση του μπαρ που βρισκόμουν.
Στην πρώτη ευκαιρία θα πετάξω το χαρτί έξω από το κτίριο μήπως το βρεί κάποιος.
Ελπίζω τα Στάγιρα να μην είναι πολύ μακριά. Η ΄κάποιο άλλο χωριό.
Κάποιος.
Και ξεροκαταπίνω.